Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΛΑΓΚΑ

Καλησπέρα σας και σήμερα! Επιτέλους είδαμε ήλιο. Ας είναι και με δόντια. Σιγά-σιγά θα στρώσει, που θα πάει. Και η Λάγκα έχει ήλιο. Αλλά είναι παγωμένη. Μόλις βγήκε από την κατάψυξη. Λίγο πριν το χωριό, εκεί που τα χιόνια μόλις έλιωσαν, έκαναν δειλά την εμφάνισή τους οι πασχαλούδες και η σκάρφη.
Οι πασχαλούδες είναι εκείνα τα ταπεινά, λευκοκίτρινα λουλουδάκια που πάντα, ό,τι καιρό και να κάνει, θα είναι ανθισμένα για να στολίσουμε τον Επιτάφιο. Πιστεύω πως και φέτος θα τον συντροφέψουν κατάλληλα, κι ας θέλουμε ακόμα ενάμιση μήνα ως τότε. Δείτε τις πρώτες πασχαλούδες της άνοιξης:
Πιστέψτε με, αυτήν την εποχή δεν υπάρχει τίποτα πιο φρέσκο από ένα μπουκέτο πασχαλούδες μαζεμένο με τα χέρια μας από τις πλαγιές της Λάγγας.

Όσον αφορά στη σκάρφη τώρα, ακόμα κι αν κάποιος δεν ξέρει αυτό το φυτό, το ξεχωρίζει πάρα πολύ εύκολα. Και είναι απόλυτο χαρακτηριστικό του τόπου μας. Με σκούρα πράσινα φύλλα που μοιάζουν με παλάμη, και λουλούδια καταπράσινα που ανθίζουν ακόμα και κάτω από το χιόνι. Να τα πρώτα λουλούδια της σκάρφης που εμφανίστηκαν μόλις σηκώθηκε το χιόνι:
Η σκάρφη έχει μερίδιο στην χρήση από την αρχαιότητα ακόμα. Ήταν πασίγνωστο φυτό. Για παράδειγμα, ήταν γνωστή και κατά την αρχαιότητα ως θεραπευτικό βότανο της τρέλας. Ο μάντης Μελάμπους, ιερέας του Απόλλωνα, ήταν επιφορτισμένος με την παρακολούθηση των γυναικών στις διονυσιακές γιορτές. Όταν οι γυναίκες το παράκαναν με το κρασί, τους έδινε γάλα από κατσίκι πού είχε φάει σκάρφη γιατί το φυτό αυτό είχε την ιδιότητα να ξεμεθάει. Ο Πλίνιος γράφει ότι ο Μελάμπους, που έζησε περί το 1400 π.Χ., χρησιμοποιούσε τα φυτά για να εξαγνίσει τη μανία. Θεράπευσε τις κόρες του βασιλιά του Άργους Πρώτου από την μανία τους να θεωρούν τους εαυτούς τους Μοσχίδες. Μέχρι και τον 19ο αιώνα η σκάρφη χρησιμοποιούνταν στα ψυχιατρεία για τη θεραπεία της τρέλας. Στη λαϊκή θεραπευτική χρησιμοποιείται ως παυσίπονο για τη θεραπεία της οδονταλγίας. Σε άλλες χώρες χρησιμοποιούνταν παλιά τα φυτά για να ευλογήσουν τα βοοειδή και να κρατήσουν μακριά τα κακά πνεύματα ή για τη θεραπεία διαφόρων νόσων των πτηνών.
Φυσικά, αυτό δε σημαίνει ότι τώρα πρέπει να ξεχυθούμε όλοι σε όποια πλαγιά βρίσκουμε μπροστά μας και να μαζεύουμε σκάρφη για να την χρησιμοποιήσουμε. Αυτό είναι δουλειά των ειδικών. Δε μας αφορά. Απλώς σας παρέθεσα κάποιες πληροφορίες προς ενημέρωση. Εξάλλου το φυτό από μόνο του, χωρίς καμιά ιδιαίτερη γνώση στη χρήση του είναι αρκετά επικίνδυνο. Θα σας συμβούλευα να μην ασχοληθείτε μαζί του.
Παρόλα αυτά, η σκάρφη είναι γνωστή και για έναν άλλο λόγο, μια παροιμία που χρησιμοποιείται ανά το Πανελλήνιο: "Έμαθα να λέω τα σύκα- σύκα, και την σκάρφη- σκάρφη".
Την χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να εκφράσουμε ότι ξέρουμε να ξεχωρίζουμε την αληθινή ουσία των πραγμάτων και το κάνουμε. Δηλαδή μας αρέσει να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα. Βέβαια, με το πέρασμα του χρόνου, επήλθε και η σχετική παραφθορά στη γλώσσα, κι έτσι η παροιμία έγινε:"τα σύκα-σύκα, και την σκάφη-σκάφη".

Και κλείνοντας για σήμερα, σας παρουσιάζω άλλη μια φωτογραφία για να δείτε την παγωνιά που δεσπόζει στο τοπίο. Λίγο παραπάνω από τα λουλούδια, ο μικρός καταρράκτης που σας έδειξα σε προηγούμενη ανάρτηση έχει παγώσει και είναι πανέμορφος:
Και μ'αυτήν την εικόνα σας αφήνω και σήμερα. Αύριο πάλι. Εις το επανιδείν φίλοι μου.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Καλησπέρα και σήμερα. Αυτές τις μέρες έχουμε μπει στην κατάψυξη. Έχει πολύ κρύο και απ' ότι φαίνεται, θα συνεχίσει έτσι ο καιρός. Τουλάχιστον σταμάτησε να χιονίζει και να είναι βαρύς και συννεφιασμένος ο ουρανός. Αυτό οφείλεται στους παγωμένους βοριάδες που έχουμε. Τουλάχιστον βλέπουμε ήλιο. 
Απόψε θα συνεχίσω το χθεσινό θέμα της Καθαράς Δευτέρας. Θα σας μιλήσω για τον χαρταετό. 


Καθαρά Δευτέρα χωρίς χαρταετό δε νοείται. Όπως σήμερα, έτσι και παλιότερα στη Λάγκα πετούσαν τον χαρταετό εκείνη την ημέρα, εφόσον βέβαια το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες.
Επειδή δεν υπήρχε τρόπος τα Λαγκιούλια να αποκτήσουν χαρταετό έτοιμο, έφτιαχναν οι ίδιοι έναν. Και να πως:
Πρώτα- πρώτα έβρισκαν πολύ καλά και γερά καλάμια. Τα έκοβαν λεπτές λωρίδες και δημιουργούσαν ένα κανονικό εξάγωνο, το οποίο έδεναν κατά βάση με κλωστή αλλά κυρίως με ζυμάρι. Στη συνέχεια, αντί για χαρτί που δεν υπήρχε, χρησιμοποιούσαν εφημερίδες. Φρόντιζαν με πολύ μεγάλη προσοχή να το κολλήσουν πάνω στο καλαμένιο εξάγωνο με το ίδιο ζυμάρι. Πρόσθεταν και την ουρά του με τα ζύγια, και έδεναν και τον σπάγκο και … τον αμολούσαν. Οπωσδήποτε δεν ήταν τέλεια ζυγισμένος ο χαρταετός, αλλά εφόσον φυσούσε δυνατός αέρας και τα παιδιά έτρεχαν πολλές φορές πιο γρήγορα απ’ αυτόν, ο αετός σηκωνόταν  ψηλά. Όσο πιο ψηλά πήγαινε τόσο πιο χαρούμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του. Έδειχνε ότι είχε μεγάλη μαεστρία στο φτιάξιμο του χαρταετού.
Τι καταπληκτικό θέαμα!

Στην πραγματικότητα ο χαρταετός είναι κινέζικη επινόηση. Τόσο παλιά, που φτάνει στα 10.000 π.Χ. Στην Ελλάδα ήρθε τον 4ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τις πηγές, ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντος (καταγόμενος από  τον  Τάραντα της  Νότιας  Ιταλίας, καλός  φίλος  του Πλάτωνα  και  οπαδός  του  Πυθαγόρα), χρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αϊτό. Ο  Αρχύτας  θεωρείται  ο  τελευταίος  αλλά  και  ο  σημαντικότερος  των Πυθαγορείων. Κείμενα  του  Αρχύτα  λένε  ότι  μελέτησε  και  ο  Γαλιλαίος.
Παλαιότερη αναφορά θα μπορούσε να θεωρηθεί η απεικόνιση σε ελληνικό αγγείο της κλασικής περιόδου μιας κόρης που κρατά στα χέρια της λευκή σαΐτα δεμένη με νήμα, ένα είδος αϊτού δηλαδή, και την οποία ετοιμάζεται να πετάξει. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του χαρτιού δεν ήταν ακόμη γνωστή, εικάζουμε ότι τα χρόνια εκείνα, τα όποια πειράματα ή παιχνίδια με αϊτούς θα πρέπει να τα έκαναν με πανί, αντίστοιχο με αυτό που χρησιμοποιούσαν στα πλοία έως και τα μεσαιωνικά χρόνια. Πολύ αργότερα, ο Μάρκο Πόλο, γυρίζοντας από τα ταξίδια του, φέρνει το χαρταετό στη Μεσαιωνική Ευρώπη. Και υιοθετήθηκε σιγά- σιγά από τους Έλληνες όλων των εποχών ως παιχνίδι ανεμελιάς και ως προμήνυμα της Άνοιξης που έρχεται και την περιμένουμε με χαρά και ανυπομονησία. 

Στις μέρες μας μπορούμε να πετάμε τον χαρταετό όποτε θέλουμε, και όχι μόνο μια μέρα τον χρόνο. Πιστεύω πως καλό είναι να το κάνουμε. Θα χαίρονται τόσο πού τα παιδιά όλων των ηλικιών που θα συμμετέχουν στο παιχνίδι. Ας το κάνουμε όταν βρίσκουμε ευκαιρία. Και μάλιστα τώρα που έχουμε τόσες πολλές επιλογές χαρταετών.
Και με το λατρεμένο αυτό έθιμο σας αφήνω και απόψε. Καλό σας βράδυ και καλές αναμνήσεις.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Καλησπέρα και σήμερα. Καθαρά Δευτέρα είναι.  Μια παγωμένη Δευτέρα. Τώρα που σας γράφω έχει έξω  πάρα πολύ κρύο και έχει αρχίσει το χιόνι και στρώνεται καλά στην πλάση. Όμως ας μιλήσουμε σχετικά με την σημερινή σημαντική ημέρα.

Η Καθαρά Δευτέρα σηματοδοτεί την έλευση της Σαρακοστής, της πιο πένθιμης περιόδου του χριστιανικού έτους. Ονομάζεται έτσι, μάλλον συμβολικά. Επειδή είναι η απαρχή της νηστείας, κατά την οποία οι χριστιανοί καθαρίζουν σώμα και ψυχή για να δεχτούν το βράδυ της Ανάστασης το χαρμόσυνο νέο της Νίκης επί του Θανάτου και την πιο χαρούμενη Κοινωνία της χρονιάς. Μια δεύτερη ερμηνεία, είναι ότι για να επιτευχθεί η κάθαρση από την κρεοφαγία, ακόμα και τα οικοκυρικά- μαγειρικά σκεύη καθαρίζονταν πολύ σχολαστικά από όλα τα λίπη χρησιμοποιώντας την κατασταλαή (αλισίβα).
Στη Λάγκα αυτό που ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της μέρας ήταν το πέταγμα του χαρταετού. Τα παιδιά ποτέ δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με την φτώχεια και τις δυσκολίες της ζωής, γι’ αυτό και έβρισκαν συνέχεια τρόπους να περνάν καλά. Δεν τους ένοιαζε λοιπόν τίποτε άλλο από ποιανού αετός θα πετούσε ψηλότερα.
Δεν υπήρχαν ιδιαίτερα δρώμενα. Όσον αφορά στη διατροφή, η λαγάνα ήταν άγνωστο είδος στους Λαγκιώτες. Υπήρχε όμως μπόλικο το ζυμωτό, σπιτικό ψωμί. Λίγες ελιές και η απαραίτητη αλάδωτη φασολάδα. Και οπωσδήποτε χαλβάς. Ευτυχώς υπήρχε ο χαλβάς.
Και ουσιαστικά, αυτό ήταν το διαιτολόγιο όλης της Σαρακοστής. Άντε και κάπου- κάπου έπαιρναν και ταχίνι για να αλείφουν στο ψωμί τους. Επίσης είχαν και κουσάφια. Τα έβραζαν μαζί με μήλα και ξερά καΐσια και τα έτρωγαν ως κομπόστα. Δαμάσκηνα υπήρχαν πολλά, γιατί οι δαμασκηνιές φύτρωναν παντού. Ήταν βέβαια ξινά, επειδή τα δέντρα δεν ήταν μπολιασμένα, παρόλα αυτά όμως αποτελούσαν πρώτης τάξης λιχουδιά. Τα καΐσια τα ξέραιναν μόνοι τους- έτοιμα ξερά δεν έβρισκαν.
Το αποτέλεσμα ήταν, από την κακή έως ανύπαρκτη διατροφή της Σαρακοστής, σε πολλές οικογένειες που κρατούσαν αυστηρή νηστεία ως την Ανάσταση, τα καημένα τα παιδιά συχνά πριν κοινωνήσουν, λιποθυμούσαν από την παρατεταμένη πείνα. Όμως, τελικά και αυτό δεν τους πείραζε, γιατί όπως είπαμε ήταν παιδιά και η προοπτική του «πλούσιου» τραπεζιού της Ανάστασης τους κρατούσε σε εγρήγορση.

Αν λοιπόν θέλετε να θυμηθείτε κάτι απ'όλα αυτά και να γευτείτε λίγο από τα παλιά, πάρτε σίγουρα χαλβά. Και οπωσδήποτε βράστε κουσάφια. 
Καλή Σαρακοστή να έχουμε, και η Πασχαλιά να μας βρει όλους καλά! Καλό βράδυ.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Καλησπέρα σας και χρόνια πολλά. Να είστε όλοι καλά. Είναι μια μεγάλη μέρα σήμερα. Είναι οι "Μεγάλες Απόκριες". Τη σημασία τους είμαι σίγουρη πως την γνωρίζετε όλοι σας, και μάλιστα πολύ καλύτερα από εμένα. Για να μην μακρηγορώ και σας κουράζω λοιπόν, θα σας βάλω αμέσως στο κλίμα των παλαιών Λαγγιώτικων Αποκριών:

Α π ο κ ρ ι έ ς 
Η τελευταία Κυριακή του Τριωδίου καθιερωμένα ονομάζεται Μεγάλη Αποκριά. Είναι η Τυρινή ή Τυροφάγου. Αφού έχουμε ήδη από την προηγούμενη Κυριακή εγκαταλείψει την κρεοφαγία, σήμερα, εγκαταλείπουμε και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Γιατί από την αυριανή ημέρα, την Καθαρά Δευτέρα, αρχίζει η Σαρακοστή.
Όχι στη Λάγκα. Η Μεγάλη Αποκριά ήταν η μέρα που ο κόσμος έτρωγε για τελευταία μέρα κρέας. Και τ’ άφηνε πίσω του ως την Ανάσταση.
Ήταν μεγάλη μέρα. Η μέρα άρχιζε με τον εκκλησιασμό. Στη συνέχεια, γινόταν τα σχωρίσματα. Κυρίως οι νεότεροι επισκέπτονταν τα πιο ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας, με σκοπό να ζητήσουν συγχώρεση σε περίπτωση που υπήρξε κάποια διένεξη μεταξύ τους στη διάρκεια του έτους.
Στη συνέχεια στρώνονταν το οικογενειακό τραπέζι με όλα τα καλά. Τηγανιές, σαλάτες, πίτες και ό, τι άλλο υπήρχε στο σπίτι διαθέσιμο. Από εκείνη τη μέρα και μετά «απόκρευαν».
Αφού έπεφτε το σκοτάδι, όλοι πήγαιναν στις χαραμπουτζούνες. Τις φωτιές της Αποκριάς. Όσο βαρύς κι αν ήταν ο χειμώνας δε νοούνταν κάθε μαχαλάς να μην είχε τη φωτιά του. Για μέρες πριν, όλα τα παιδιά, μικρά και μεγάλα, μάζευαν ξύλα και τσάκνα. Τσάκνα υπήρχαν μπόλικα, γιατί κάθε σπίτι είχε ζώα. Και φυσικά και ξερά ξύλα. Οπότε υπήρχε και ο σχετικός ανταγωνισμός για το ποια χαραμπουτζούνα θα γίνονταν μεγαλύτερη. Και όσο χτίζονταν η φωτιά, τα παιδιά την φύλαγαν και την ξενυχτούσαν, σε μια προσπάθεια να την προστατέψουν και να αποτρέψουν τους «κλέφτες τσάκνων» από χαραμπουτζούνες άλλων μαχαλάδων. Και τι γλέντι στηνόταν γύρω από τη μεγάλη φωτιά! Ο κόσμος έπινε και έτρωγε και χόρευε και γλεντούσε με την καρδιά του. Και μόλις έπεφτε η φωτιά, γιατί οι φλόγες έφταναν σε μεγάλο ύψος λόγω των τσάκνων, οι πιο γενναίοι από τους νέους, πηδούσαν και πάνω από τα κάρβουνα.
Στο τέλος της βραδιάς, όταν όλοι επέστρεφαν στα σπίτια τους πια, τηρούνταν με ευλάβεια το έθιμο του χάσκαρη. 

Χ ά σ κ α ρ ι
Το βράδυ της  Τυρινής (μεγάλης Αποκριάς)  τελούνταν το έθιμο του χάσκαρι. Το όνομα πιθανότατα προέρχεται από το ρήμα «χάσκω», δηλαδή, ανοίγω το στόμα μου πλατιά. Από το πρωί οι νοικοκυρές έβραζαν αυγά με φλούδες από κρεμμύδια κι έτσι αυτά έπαιρναν ένα καφεκόκκινο χρώμα.  Το ίδιο βράδυ λοιπόν, ο μεγαλύτερος άντρας της οικογένειας (πατέρας ή παππούς) ο «αφέντης» του σπιτιού, έδενε το αυγό σε μια κλωστή περασμένη στον κλώστη και περνούσε το αυγό από τον καθένα. Κουνούσε πέρα- δώθε γρήγορα το αυγό στο στόμα του καθενός, ο οποίος προσπαθούσε να το πιάσει μόνο με το στόμα, χωρίς να χρησιμοποιήσει τα χέρια του. Όποιος κατάφερνε τελικά να αρπάξει το αυγό με τα δόντια του το έτρωγε και θεωρούνταν ο τυχερός της χρονιάς. Κι έτσι «έκλεινε» ο κύκλος του αρτύσιμου έτους και «άνοιγε» ο κύκλος της νηστείας της Σαρακοστής. Και καταπώς έλεγαν οι παλιοί: «με αυγό κλείνει, με αυγό ανοίγει», δηλαδή, με αυγό κλείνει το στόμα και νηστεύει από εδώ κι εμπρός, και με αυγό ανοίγει και ξαναρχίζει να τρώει τα πάντα.  Γιατί αυτός  ο κύκλος «έκλεινε»  με το τσούγκρισμα των κόκκινων πλέον αυγών το βράδυ της Πασχαλιάς και επιτρεπόταν πια στους πιστούς να φάνε ό, τι ήθελαν από δω και πέρα.

Αυτή είναι η σημερινή εικόνα της Λάγκας. Είναι η ώρα που πηγαίναμε στην πρωινή λειτουργία. Ο χειμώνας εξακολουθεί να μας κάνει την παρουσία του έντονη. Ο Μάρτης για άλλη μια φορά αποδεικνύεται "παλουκοκάφτης", σύμφωνα με την παροιμία του σοφού λαού μας. 
Και ο πατέρας μου που στέλνει σε όλους τους χαιρετισμούς του και τα χρόνια πολλά του, ποζάρει στο φακό της μηχανής, ξετρελαμένος από τον χιονιά. Μπαμπά τώρα δεν είναι καιρός για κρύο και χιόνια. Ήρθε η άνοιξη. Αλλά δε λέει να μας κάνει το χατήρι. 
Μ' αυτά και μ' αυτά, σας αφήνω και απόψε. Καλή συνέχεια να έχετε, και προπαντός!!!! μην ξεχάσετε τον χάσκαρι. Γεια σας και Καλή Σαρακοστή να έχουμε.







Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

ΛΑΓΓΙΩΤΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΗ (ΑΛΛΗ ΜΙΑ)

Καλησπέρα και σήμερα, πως είστε; Είναι η παραμονή της Αποκριάς. Έφτασε η Σαρακοστή. Ο χρόνος τελικά περνάει πολύ γρήγορα. Και αυτή η φιλοσοφία δεν έχει καμία σχέση με τη συνταγή που θα σας παρουσιάσω σήμερα. Είναι ο τραχανάς. Ο αγνός, παραδοσιακός τραχανάς, ο οποίος έχει θρέψει κι έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές Ελλήνων. Και μάλιστα συνεχίζει να το κάνει. Και είναι τόσο απλός στην παρασκευή του. Φτιάξ' τε τον και απολαύστε τον. Ορίστε πως:

Τραχανάς ξινός

Υλικά
γάλα
αλεύρι
αλάτι

οδηγίες 
Αφήνετε το γάλα 3-4 μέρες έξω από το ψυγείο να ξινίσει και να πήξει μόνο του.
Ρίχνετε αλάτι, ένα κουταλάκι στο κιλό, και αλεύρι λίγο- λίγο ανακατεύοντας συνεχώς μέχρι να γίνει ζυμάρι σφιχτό.
Το ζυμώνετε καλά, το αφήνετε να σταθεί λίγο, το κόβετε μπουκιές και το απλώνετε πάνω σε σεντόνι.
Το αφήνετε στη σκιά να στεγνώσει με κλειστά τα παντζούρια να μην ακουμπάνε μύγες.
Μόλις αρχίσει να ξεραίνεται η επιφάνεια ρίχνετε τις μπουκιές λίγες λίγες σε κόσκινο με μέτριες τρύπες και αρχίζετε να τρίβετε τον τραχανά κυκλικά.
Το ζυμάρι που μένει και δεν τρίβεται γιατί είναι μαλακό το ξαναπλώνετε σε μπουκιές να στεγνώσει, καθώς και τον τριμμένο τραχανά.
Τον ξεραίνετε καλά ανακατεύοντας κάθε τόσο ή τον μαζεύετε σωρό και τον ξαναπλώνετε.

Από αυτήν την διαδικασία βγήκε και η φράση "απλώνω τραχανά" που τη λέμε όταν θέλουμε να δείξουμε σκωπτικά ότι δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε.
Εν πάση περιπτώση, βράστε τον τραχανά με νερό, λίγο αλάτι και βούτυρο, και... ΚΑΛΗ ΟΡΕΞΗ!!!
Καλό βράδυ να έχετε κι απόψε.

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ 4

Καλησπέρα και σήμερα. Χάλια ο καιρός όπως το έχουμε συνηθίσει πια. Και δυστυχώς έτσι θα πάει για μέρες. Δεν ξέρουμε πότε θα ανοίξει. Γι'αυτό κι εγώ, χωρίς πολλά λόγια και εισαγωγές θα μας θυμίσω μερικές ακόμα λαγγιώτικες λέξεις. Για να διασκεδάσουμε και λίγο. Ορίστε λοιπόν: 
 Ιλιάτσι. Γιατροσόφι, βότανο. 
Ίσκα. Εύφλεκτο φυτίλι. (λατινικό esca
Ιτς. Καθόλου, ουδόλως (hic) 
Μαντζούνι. Φάρμακο.
Μαξούλι. 1). Προϊόν, εσοδεία, παραγωγή, 2). Σύνολο των καρπών της φύσης που μαζεύονταν για τον χειμώνα. (τουρκ= mahsul
Μαράζι. Μαρασμός σωματικός, έγνοια, μεγάλος καημός. (τουρκ= maraz)- αντιδάνειο
Ξαστοχάω. Λησμονώ. 
Ξεγκλάναβος. Άχαρος, αυτός που δεν μπορεί να κουμαντάρει τα μέλη του και τα κινεί άστοχα και αστεία. 
Ξεγύρ’σα. Έβαλα κιλά και πήρα τα πάνω μου.
Ούλι. Κούφιο, κενό. 
Ούρδα. Μυζήθρα. 
Ούσι. Λαιμός.

Παπάρα. Σούπα με τυρί ή σκέτο αλεύρι και κομμάτια ξερού ψωμιού μέσα. (papara)


Πασχαλούδα. Η πριμούλα. 
Παταλόσκα. Η μεγάλη νιφάδα του χιονιού.
Σα κατ’/ ‘σα παν’.προς τα πάνω/ προς τα κάτω. (το (σ) παχύς ήχος. 
Σακοράφα. Μεγάλη βελόνα. (ράφτης+ σάκος)
Σαλάγατα. Άπλωσε τα πρόβατα (σαλαγάω, -ώ).
Χάμω. Κάτω
Χαραή.
Χουζμεκιάρης. Υπηρέτης. (τουρκ= hizmetci) Χουζμέτι. Υπηρεσία, αποστολή, φροντίδα. (hizmet)
Ελπίζω και σήμερα να πήρατε την δόση γέλιου σας. Ή νοσταλγίας, ανάλογα. Ή και τα δύο. Αλλά σας παρακαλώ, επειδή πιθανώς έχετε αντιληφθεί ότι κάνω μια καταγραφή γενικά της παλιάς ζωής της Λάγκας, αν μπορείτε και αν θέλετε, στείλτε μου ότι έχει σχέση με το χωριό που μπορώ να το χρησιμοποιήσω ως λαογραφικό είδος:την γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, τραγούδια, κ.α. Ό, τι ξέρετε. Θα με βοηθήσετε πολύ. Σας ευχαριστώ που με ανέχεστε όλον αυτόν τον καιρό, και σας εύχομαι να έχετε ένα ωραίο υπόλοιπο της ημέρας. Γεια σας. 

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ!

Γεια σας και πάλι. Σήμερα είναι χιονιάς. Μα πόσο χιόνι μπορεί να ρίξει πια; Μας γύρισε πίσω στο χειμώνα. Αντί να προετοιμαζόμαστε και να φτιάχνουμε χαρταετό για την Καθαρά Δευτέρα μεθαύριο, μάλλον θα ξεχυθούμε στις χιονισμένες ραχούλες να στήσουμε σκανταλιές. Γιατί βρισκόμαστε και σε περίοδο οικονομικής κρίσης και θα συνδυάσουμε το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Μάθετε λοιπόν τι ήταν η σκανταλιά και βρείτε χιονισμένο ολόασπρο βουνό για να την στήσετε:

Σκανταλιά
Η σκανταλιά ήταν ένα παιδικό παιχνίδι. Τότε τα παιδιά εφηύραν παιχνίδια με ό, τι είχαν στη διάθεσή τους. Δηλαδή με πολύ λίγα πράγματα. Ήταν ένα χειμωνιάτικο παιχνίδι. Έπρεπε οπωσδήποτε το τοπίο να είναι χιονισμένο. Για να είναι κάτασπρο. Σ’ αυτό το κάτασπρο τοπίο λοιπόν, τοποθετούσαν τα παιδιά ένα μικρό σωρό από κοπριά. Έτσι, θα μπορούσαν τα πουλιά από πολύ μακριά και ψηλά να τον εντοπίσουν. Αφού είχαν ετοιμάσει τον κράχτη, έφτιαχναν ένα πρόχειρο σπιτάκι από πέτρες. Όμως η μία πέτρα ήταν χαλαρή και ακουμπούσε σε ένα μάνταλο, που το ονόμαζαν σκάνταλο. Μέσα στο σπιτάκι έβαζαν λίγους σπόρους για να προσελκύσουν το πουλάκι στην παγίδα. Όταν λοιπόν το πουλί έβλεπε την κοπριά, πετούσε χαμηλά για να δει τι ήταν. Γιατί τον χειμώνα στο χιονισμένο περιβάλλον της Λάγκας ήταν πάρα πολύ δύσκολο να βρουν κάτι να φάνε.
Προσγειώνονταν στην κοπριά και έβλεπαν τους σπόρους μέσα στο σπιτάκι- στη σκανταλιά. Έμπαιναν μέσα πατώντας στο σκάνταλο, και αυτό καθώς κινούνταν παράσερνε την χαλαρή πέτρα. Έκλεινε η σκανταλιά και το πουλάκι εγκλωβίζονταν.
Μ’ αυτόν τον τρόπο πιάνονταν πολλά κοτσύφια και κίσσες. Και γίνονταν νοστιμότατη σούπα. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα παιδιά περνούσαν δημιουργικά τον χρόνο τους, και ήταν χαρούμενα που μπορούσαν να συμβάλλουν στο οικογενειακό τραπέζι, που ήταν κατά βάση πενιχρό.
Όσοι πιστοί προσέλθετε λοιπόν. Αλλά όχι και όλοι μαζί. Ένας- ένας, για να αφήσουμε ζωντανό και κανένα πουλάκι. Όχι όπως οι κυνηγοί που όταν έρχονται δεν αφήνουν το παραμικρό στο πέρασμά τους. 
Καλή διασκέδαση!